Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

Η γιαγιά που πήδηξε από το Ζάλογγο

«Η γιαγιά που πήδησε στο Ζάλογγο»



Λαμπρινή Θωμά
Μεγάλωσα ακούγοντας πως, η προγιαγιά της προγιαγιάς της Κούκαινας, ήταν από κείνες που πήδησαν στο Ζάλογγο. Έπεσε τελευταία- προτελευταία, μας έλεγε η γιαγιά η Βέργω, έπεσε πάνω στα πτώματα, έσπασε το πόδι, χτύπησε, μα έζησε, είχαμε προίκα και την παντρέψαμε κι ας ήταν σακάτισσα, κι από κει κρατάμε όλοι.

Χρόνια κοροϊδευαμε τη μαμα- άσε ρε μάνα που τη γλίτωσε, μας την πήδησαν οι τούρκοι, τουρκόσποροι είμαστε όλοι.
Θύμωνε η μάνα με τα αυθάδικα – κοκκίνιζε, φούσκωνε από θυμό, αχ βρωμόπαιδα, τίποτα δε σέβεστε, τίποτα…
Η γιαγιά η Βέργω, Βιργινία, ήταν γυναίκα της Πίνδου, η γιαγιάκα μου.

Βράχος ηπειρώτικος, ατσάλι και ψυχή μαζί, άκακη σαν το πρόβατο κι άγρια σαν η λύκαινα αν πήγαινες να της πειράξεις το μικρό της.
Ανέβαινε η μικρομάνα στο βουνό, ζαλωμέν τα πυρομαχικά, μαζί με την πεθερά της, και της έλεγε η γιαγια να μη φοβάται όσο ακούει τις σφαίρες, τη δική της δε θα την ακούσει όταν θα έρθει.
Ημουν μεγάλη όταν έμαθα πως εκείνη η γιαγια που πήδησε στο Ζάλογγο, αυτή ντε που έγινε αφορμή για τόσα γέλια και τόσο θυμό, κρατούσε απ΄το Γιωργάκη το Μπότσαρη.
Καθόμασταν οι γυναίκες στην αυλή, στα πεζούλια, καλοκαίρι, τζιτζίκια και ψιλοκελάιδισμα, ήμουν δεν ήμουν 20 χρονώ, τρίβαμε ρίγανη, κι είπε η γιαγιά πως, εκείνο το κορίτσι το σακάτικο, που πόσα δώσαμε να το παντρέψουμε ανάθεμα κι αν ξέρει και καλά που είχαμε, κρατούσε απ’ το Γιωργάκη το Μπότσαρη, από τη φάρα του Τούσια και του Μάρκου και του Κίτσου και του Νότη.
Ολη η γενια της γιαγιας της Κούκαινας. Εμεινα καγκελο. Τι λες ρε γιαγια, θα μας τρελλάνεις; φτάσαμε τόσο χρονώ για να το πεις; ότι είμαστε απ’ τη γενιά του Μάρκου και του Γιωργάκη και του Κίτσου και του Νότη;
Κι η γιαγιά μου η μαυρομαντηλού, με το θεόρατο γέλιο, με τις ασπρες κοτσίδες ως τη μέση, που τις τύλιγε στεφάνι δόξας στο κεφάλι το ηπειρωτικο, με κοίταξε και μου πε:
“Γιατί ‘μωρ’ Μπουσω’μ’, τι παραπάνω έκανε ο Μάρκος από μας;”.
Αγαπάω το Ζαπάτα και το Ντουρούτι, τον Λουμούμπα και τον Μπολίβαρ, τον Τσε και τον κομμαντάντε Μάρκος, μίλησαν στην ψυχή μου, γιατί είχε μιλήσει αυτή η γιαγιά πρώτη, γιατί αυτή η γιαγιά, του Όχι και της λεβεντιάς, με έκανε να αναγνωρίζω με ποιούς είμαστε ομόαιμοι και ομόθρησκοι- της θυσίας του ανθρώπου, της λευτεριάς γαλαζοαίματοι.
Κρατάω το κεφάλι μου ψηλά από ευθύνη. Δε θα είμαι εγώ η πρώτη να προδώσω το αίμα μου, την ιστορία και την παράδοσή μου. Θυμάμαι – ω, μωρ’Μπουσω’μ τι ειν΄αυτοι, τίποτε δεν είναι! άιντε και τους φάγαμε! Θυμαμαι που και στο κοριτσιστικο χερι χωρουσε ξυλινο σπαθακι.
Από σεβασμό σε αυτή τη γιαγιά, στη μνήμη και στο παράδειγμα της, δε θα πω όσα σκέφτομαι για την κυρία της ΔΗΜΑΡ, την ίδια που τολμά να αμφισβητεί τη γενοκτονία των Ποντίων, των Αρμενίων, των Ασυρρίων, που ακόμη είναι δίπλα μας, ανασαίνουν οι άνθρωποι που την έζησαν.. Ευτυχώς αναλαμβάνει ο λαος να απαντησει σε ολους αυτους- τους με βεβαιότητα ξεχασμένους λίαν συντόμως, ως πρέπει σε απολιθώματα. Λαμπρινή Θωμά
antibaro.gr

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Ιερά μονή Παντάνασσα Μυστράς

Ιερά Μονή Παντάνασσας, Μυστράς



Η μονή της Παντάνασσας, είναι σήμερα η μοναδική εν λειτουργία μονή του Μυστρά. Διαβαίνοντας την πόρτα του μοναστηριού, αμέσως συνειδητοποιείς την παρουσία των μοναχών, την αρχιτεκτονική, την καθαρότητα, την αισθητική του χώρου με τα λουλούδια και τα κλήματα και με τις φιλόξενες μοναχές, έτοιμες να σου πουν μια καλή κουβέντα, μια ευλογία που θα αλαφρώσει τη ψυχή σου. 


Μια τέτοια μοναχή, κατά το ιερό προσκύνημά μου στον αγιασμένο Μυστρά με καλωσόρισε, μου πρόσφερε καθάριο, κρύο νερό και μου ΄πε:
-Να ‘χεις την ευλογία της Παναγιάς της Παντάνασσας.
-Σπουδαίο το όνομά της, παρατήρησα.
-Ναι, άναξ ο βασιλιάς, άνασσα η βασίλισσα, Παντάνασσα η Παναγιά.

Το Καθολικό της Μονής, η εκκλησία της Παντάνασσας, είναι το τελευταίο μεγάλο βυζαντινό εκκλησιαστικό έργο στον Μυστρά. Ιδρυμένη το 1428 από τον Ιωάννη Φραγκόπουλο, γόνο γνωστής οικογενείας της Κωνσταντινούπολης, περιέχει στην αρχιτεκτονική της όλους τους προβληματισμούς και τους πειραματισμούς της εποχής, με πολύ ενδιαφέρον τελικό αποτέλεσμα. Ο Ιωάννης Φραγκόπουλος ήταν ΄΄Καθολικός Μεσάζων και Πρωτοστράτωρ΄΄ ένα είδος Πρωθυπουργού των Παλαιολόγων του Μυστρά. Στα επάνω δυτικά παράθυρα, έξω από το ναό, μόλις διακρινόμενα σήμερα, και στο τρίτο νότιο, προς το νάρθηκα, κιονόκρανο μέσα στην εκκλησία, υπάρχουν συμπιλήματα και μονογράμματα με το όνομά του.
Τελευταίο κτίσμα του Δεσποτάτου, του 15ου αιώνα, η Παντάνασσα έχει συγκεντρώσει σε αρμονικό σύνολο όλη την ποικιλία της τέχνης των εκκλησιών του Μυστρά. Από αρχιτεκτονικής πλευράς παρουσιάζει την ιδιομορφία της εκκλησίας του «Αφεντικού». Στο ισόγειο είναι βασιλική και στο υπερώο πεντάτρουλη σταυρική εκκλησία, με έναν έκτο τρούλο στο νάρθηκα και έναν ακόμη στη στοά.
Δυο στοές, μία προς την κοιλάδα του Ευρώτα, που σώζεται ανέπαφη, και μία δυτική, έξω από το νάρθηκα, της οποίας σώζονται μόνο τα σημεία γενέσεως στον τοίχο, στόλιζαν τις πλευρές της εκκλησίας, δημιουργώντας αρμονική διαβάθμιση των όγκων της. Οι στοές, προσφιλες στοιχείο της αρχιτεκτονικής του Μυστρά, κατάγονται από την Πόλη και έφθασαν ως εδώ, για να προσαρμοσθούν με σοφό υπολογισμό και φαντασία στις δύσκολες απαιτήσεις του εδάφους, δημιουργώντας μια πρωτότυπη συνοχή με τους κυβικο
ύς όγκους των εκκλησιών, ανάλογα με το χώρο και τη θέση τους.

Στη ΒΔ γωνιά της Παντάνασσας, θεμελιωμένο στην αυλή, υψώνεται ένα θαυμάσιο τετραώροφο κωδωνοστάσιο, στο ισόγειο του οποίου υπάρχει παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον Άγιο Χαράλαμπο. Οι πλευρές του στα επάνω δύο διαμερίσματα, έχουν από ένα μεγάλο οξυκόρυφο τόξο με γοτθική επίδραση και το τύμπανό τους είναι στολισμένο τρίλοβο άνοιγμα. Η όλη του κατασκευή, με τον πεπονόσχημο τρούλο, τα πυργάκια στην κορυφή και τα μικρά παράθυρα σε σχήμα τριφυλλιού πάνω από τη στοά, εμφανίζει επίδραση τέχνης της δυτ. Ευρώπης.
Επηρεασμένη από διάφορες αισθητικές τάσεις και αντιλήψεις παρουσιάζεται η εξωτερική διακόσμηση του Ιερού, η οποία πλούσια και επιτηδευμένη, χωρίζεται σε τρεις ζώνες: η κάτω είναι ολότελα ακόσμητη, η επάνω, με την κεραμοπλαστική διακόσμηση, έχει ύφος καθαρά βυζαντινό και μάλιστα κωνσταντινουπολίτικο, ενώ τη μεσαία στολίζουν μικρά τόξα οξυκόρυφα και γιρλάντα πώρινη με ανθέμια.
Η εκκλησιά, που ουσιαστικά έμεινε ανέπαφη από τη φθορά του χρόνου, διατηρεί το ζωγραφικό της δίακοσμο, εκτός του τρούλου, σε σχετικά καλή κατάσταση.
Οι πλέον χαρακτηριστικές τοιχογραφίες του υπερώου είναι η Πλατυτέρα στην κόγχη του Ιερού και ψηλότερα σε ολόκληρη την καμάρα πάνω από το Ιερό Βήμα, η Ανάληψη.

Στη συνεχόμενη κυρτή επιφάνεια της ανατολικής κεραίας του σταυρού που περιβάλλει τον τρούλο, εικονίζεται αριστερά η Βαϊοφόρος και δεξιά, μερικώς κατεστραμμένη η εις Άδου Κάθοδος. Πάνω από το γυναικωνίτη ζωγραφίζονται ο Ευαγγελισμός και η Γέννηση του Κυρίου.
Στη δυτική προς το νάρθηκα καμάρα εικονίζεται η Υπαπαντή, στη βορινή σώζονται η Μεταμόρφωση, ελάχιστα διατηρημένη, και η Έγερση του Λαζάρου σε καλή κατάσταση. Τέλος τους τρουλίσκους και τους τοίχους του γυναικωνίτης κοσμούν Προφήτες και Ιεράρχες.
Οι τοιχογραφίες του υπερώου της Παντάνασσας είναι από τα τελευταία αντιπροσωπευτικά έργα της τέχνης του Βυζαντίου που «οδεύει πλέον προς το δειλινό» αλλά έχει ακόμα τη δύναμη «να πλάθει νέους ρυθμούς» και να κτίζει «πάγκαλους ναούς»
Χαρακτηρίζονται από τον εξαιρετικό πλούτο των χρωμάτων, τους ξεχωριστούς συνδυασμούς, από το πολυπρόσωπο των συνθέσεων, το πλούσιο αρχιτεκτονικό τοπίο,, με τα πολύπλοκα κτίρια που γεμίζουν πολλές φορές το βάθος των σκηνών, και κυρίως με την τάση να πλησιάζει η ανθρώπινη μορφή σε μια φυσική αναλογία προς το περιβάλλον.
Στην νότια πλευρά του νάρθηκα βρίσκεται ο τάφος του Μανουήλ Χατζάκη, βυζαντινού άρχοντα του Μυστρά. Η παράδοση αναφέρει ότι στην Παντάνασσσα έχουν αποθέσει και τα οστά της Θεοδώρας Τόκκου, πρώτης γυναίκας του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Ωστόσο ο ιστορικός Φραντζής γράφει ότι απόθεσαν τα λείψανά της στη Μονή Ζωοδότου, δηλαδή στην Αγία Σοφία.
Οι φιλόξενες μοναχές της Παντάνασσας, που με την ευγένεια, την αρετή και την καλοσύνη τους κατακτούν και γοητεύουν τον προσκυνητή, είναι σήμερα οι μοναδικοί μόνιμοι κάτοικοι της ερειπωμένης πολιτείας, άγρυπνοι φρουροί και συνεχιστές της βυζαντινής παράδοσης.

Η πίστη..

ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΕΣ ΕΠΟΠΤΑΙ ΤΗΣ ΑΥΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΤΟΣ



       Το μεγάλο ερώτημα πολλών ανθρώπων και ιδιαιτέρως νέων, είναι πώς αποδεικνύεται η ύπαρξη του Θεού. Μπορεί να γνωρίζουμε τι λέει η Εκκλησία για τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, διότι μέσω Αυτού μπορούμε να γνωρίσουμε την ύπαρξη του Θεού Πατέρα και την αποστολή του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο, να σπουδάζουμε μικρότερες ή μεγαλύτερες λεπτομέρειες της ζωής Του, να συμμετέχουμε στη ζωή της πίστης μέσω των μυστηρίων της Εκκλησίας, όμως ο ορθολογιστής εαυτός μας πάντοτε θέτει αυτό το μεγάλο ερώτημα: είναι αλήθεια όλα αυτά όσα μαθαίνουμε ή ακούμε να λέγονται για το Χριστό; γιατί οι αισθήσεις μας δεν βιώνουν την ύπαρξή Του; Γιατί η Εκκλησία στους αιώνες προσπαθεί να δείξει την παρουσία Του, αλλά τα αφήνει όλα τελικά στην προσωπική πίστη του καθενός;  Είναι η πίστη η τελική απάντηση λοιπόν;
                Ο απόστολος Πέτρος, με αφορμή το ερώτημα αυτό, κάνει μία αναφορά στον προβληματισμό αυτό: «ου γαρ σεσοφισμένοις μύθοις εξακολουθήσαντες εγνωρίσαμεν υμίν την Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δύναμιν και παρουσίαν, αλλ’ επόπται γενηθέντες της εκείνου μεγαλειότητος» (Β’ Πέτρ. 1, 16). Δε βασιστήκαμε σε περίτεχνους μύθους για να σας γνωστοποιήσουμε την δυναμική έλευση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Έχουμε δει με τα ίδια μας τα μάτια το μεγαλείο Του.  Ο αποστολικός λόγος είναι σπουδαίος, διότι μεταθέτει το ερώτημα από το προσωπικό στοιχείο του καθενός, στη δυνατότητά μας να εμπιστευθούμε εκείνους που είδαν το Χριστό και την δόξα Του. Η εποχή μας βεβαίως έχει θεοποιήσει το «εγώ» του καθενός μας, με αποτέλεσμα να μην μας αφήνει να πειστούμε στον λόγο άλλων που έζησαν την όντως Αλήθεια της παρουσίας του Χριστού.  
Όμως εδώ ισχύει το παράδοξο. Ενώ όλοι μας αποδεχόμαστε τη γνώση της Ιστορίας, της Φυσικής, της Τεχνολογίας και της Τεχνικής χωρίς να έχουμε πειραματιστεί ή ερευνήσει πάνω σ’ αυτήν, διότι εμπιστευόμαστε όλους όσους το έχουν κάνει, όταν έρχεται η ώρα για την πίστη στο Χριστό, αρνούμαστε να δείξουμε εμπιστοσύνη στους «επόπτες της αυτού μεγαλειότητος», σα να πρόκειται για ανύπαρκτους ανθρώπους, σα να μην είναι εκείνοι οι οποίοι όχι μόνο εγκατέλειψαν τη ζωή τους, αλλά και την θυσίασαν τελικά για να διακηρύξουν απανταχού της γης το μήνυμα της ύπαρξης αυτής της μεγαλειότητος, όχι για αργύριο ή χρυσίο ή για θεραπεία του εγωισμού τους και της σαρκός τους, αλλά για κακοπάθεια και θάνατο. Μόνο άνθρωποι που έζησαν την δόξα του Χριστού θα μπορούσαν να επιλέξουν μία ζωή αφιέρωσης και αυταπάρνησης για να διακηρύξουν την εμπειρία και την πίστη τους και να ανοίξουν έναν δρόμο που δε νικήθηκε ούτε από εξουσίες, ούτε από πολιτισμούς, ούτε από ανθρώπινες γνώσεις, ούτε από μαρτύριο, ούτε από τον θάνατο κάθε μορφής.
Εδώ βρίσκεται και η απάντηση στο «γιατί η πίστη;». Διότι πρόκειται για την εμπειρία όλων εκείνων που έζησαν και καταθέτουν Αυτόν που έζησαν. Δεν ανακάλυψαν απλώς μία γνώση. Άκουσαν την φωνή του Θεού Πατρός στο όρος Θαβώρ να αναγγέλλει ότι «ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός, εις όν εγώ ευδόκησα» (Β’ Πέτρ. 1, 17) και την ίδια στιγμή διαπίστωσαν «καθώς ηδύναντο» «την τιμήν και την δόξαν»  την οποία ο Χριστός έλαβε από τον Πατέρα Του την στιγμή της Μεταμορφώσεώς Του και σπεύδουν να μας κοινοποιήσουν την εμπειρία του βιώματός  τους, ως την χαρά της κοινωνίας μαζί του την οποία δεν μπορούν να κρατήσουν μόνο για τον εαυτό τους, αλλά θέλουν να γίνει η ημέρα η οποία «θα διαυγάσει και θα ανατείλει φωσφόρος εν ταις καρδίαις ημών» (Β’ Πέτρ. 1, 19).
Αυτά τα τρία στοιχεία, η τιμή, η δόξα και η φωνή είναι που βίωσαν οι μαθητές στο Θαβώρ, συναναστρεφόμενοι τον Υιό και Λόγο του Θεού. Τιμή στην ανθρώπινη φύση, η οποία καταξιώνεται να ζήσει την ένωση με την θεία. Δόξα στην ανθρώπινη φύση, η οποία γίνεται φως, δηλαδή λάμπει από όπου και να την κοιτάξει κάποιος, καθαρή από πάθη και έγνοιες και λογισμούς, και την ίδια στιγμή αντανακλά χαρά, αιωνιότητα και ζωή στον καθένα. Και φωνή που βεβαιώνει ότι δεν πρόκειται για μία οπτασία, ένα κατασκεύασμα της ανθρώπινης φαντασίας, έναν οραματισμό που πηγάζει από την πολλή αγάπη ή από την επιθυμία για δικαίωση του εαυτού μας, αλλά για την αποκάλυψη του Θεού Πατρός ότι στο πρόσωπο του Χριστού έχει υιοθετήσει τον κάθε άνθρωπο και η αγάπη του Θεού δε νικιέται από τις διαστάσεις του κόσμου και του χρόνου, αλλά είναι αιώνια.
Η εορτή της Μεταμορφώσεως γίνεται ευκαιρία να ξανακοιτάξουμε την πίστη μας. Πόσο εμπιστευόμαστε τα βιώματα των Αποστόλων και των Αγίων, οι οποίοι ανά τους αιώνες άφησαν στην άκρη κάθε κοσμικό μέτρο και άπλωσαν τις καρδιές τους προς τον Θεό εν τω προσώπω του Κυρίου μας. Έλαβαν Τον Ίδιο ως Φως στο μυστήριο της Ευχαριστίας. Τον συνάντησαν στο πρόσωπο του πλησίον τους. Τον ένιωσαν να καθοδηγεί τις συνειδήσεις τους στην διαρκή μετάνοια. Τον προσέλαβαν καθώς ξεδιψούσαν ακούγοντας   τις φωνές που μιλούσαν γι’ Αυτόν. Τον προσδοκούσαν στην εσχάτη ώρα του τέλους της εδώ ζωής και αναφωνούσαν «Ναι, έρχου Κύριε».  Γι’ αυτό και ζούσαν την μεταμόρφωση της καρδιάς τους συνεχώς στη ζωή της Εκκλησίας. Στη ζωή δηλαδή που συνεχίζει το βίωμα και την εμπειρία όλων όσων γεύτηκαν την Μεταμόρφωσή Του ως τιμή, δόξα και φωνή αγάπης.
 Μία τέτοια εμπειρία μπορεί να μοιάζει αδιανόητη για τον άνθρωπο που κρίνει τα πάντα μόνο με το δικό του εγώ. Όμως αποτελεί τον δρόμο του χριστιανού που εμπιστεύεται. Γι’ αυτό και η γιορτή της Μεταμόρφωσης αποτελεί τελικά την πρόσκληση και την πρόκληση να ξαναδούμε πόση εμπιστοσύνη έχουμε στον Λόγο ως  Φως, που θα μας βγάλει από κάθε σκοτάδι. Πόσο από τον χρόνο της ζωής και της καρδιάς μας θα αφιερώσουμε στον Κύριο της δόξης. Και θέλει άνοδο στο όρος Θαβώρ που είναι η ζωή της Εκκλησίας, για να αφήνουμε κατά μέρος κάθε βιοτική μέριμνα και ηδονή που μας ξεγελά, χωρίς τελικά να μας φωτίζει. 

Κέρκυρα, 6 Αυγούστου 2014

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

[Το πνεύμα του τόνου] Εμείς και οι άλλοι, του Κώστα Γεωργουσόπουλου

[Το πνεύμα του τόνου] Εμείς και οι άλλοι, του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Γιατί έχουμε την αφέλεια να θέλουμε να μας καταλάβουν οι βόρειοι, αναγκαστικοί μας, συνεταίροι; Και γιατί εκείνοι επιμένουν να μας κρίνουν με τα δικά τους πολιτιστικά και ηθικά κριτήρια;
Ελάτε να δούμε τι μας χωρίζει από αυτούς. Ιδού, αφορμή αυτές οι άγιες μέρες. Εμείς στις συνάξεις μας στους ναούς τραγουδάμε. Τραγουδάμε τις μωρές παρθένες που δεν πρόφτασαν να πάνε στον γάμο με τον Νυμφίο. Τραγουδάμε την πόρνη που έσκυψε και άλειψε με μύρα τα πόδια του Θεού και συγχωρέθηκε επειδή «ηγάπησε πολύ». Τραγουδάμε τον ληστή που συνσταυρώθηκε και αξιώθηκε να απολαύσει την αθανασία. Τραγουδάμε τον προδότη του διδασκάλου που υπέκυψε στον πειρασμό, μετάνιωσε και κρεμάστηκε. Τραγουδάμε τον μαθητή, τον αγαπημένο, που αρνήθηκε τρεις φορές τον δάσκαλό του. Τραγουδάμε τον λαϊκό βαστάζο που φορτώθηκε τον σταυρό για να ξεκουράσει τον βασανισμένο Θεό. Και τραγουδάμε τον άπιστο μαθητή που ήθελε να ψηλαφήσει τις πληγές για να πιστέψει στο θαύμα.
Εχουν κατά νου τους κάτι τέτοιες εμπειρίες η κ. Μέρκελ, ο κ. Ολι Ρεν, ο κ. Τόμσεν; Προσοχή, δεν ειρωνεύομαι. Παιδιά του προτεσταντισμού και του τέκνου του τού καπιταλισμού (δεν το λέω εγώ, ο Μέγας Μαξ Βέμπερ το λέει) έχουν ως πρότυπό τους, ως σύμβολο τον δούλο που πολλαπλασίασε τα δηνάρια που του εμπιστεύτηκε ο αφέντης.
Πάσχα οι προτεστάντες, λαϊκή γιορτή, δεν έχουν. Εργάζονται. Εμείς αναπνέουμε άνοιξη, τσίκνα οβελία, πίνουμε κρασί και χορεύουμε. Ας το κατανοήσουν επιτέλους, δεν είναι θέμα οικονομίας αλλά τρόπος ζωής, πολιτισμός.
Εμείς σεβόμαστε τις τράπεζές τους, αυτοί ας σεβαστούν το τραπέζι μας.

Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

ΣΕΝΑΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ : Μ. ΚΩΝ/ΝΟΣ

ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ

Ο τόπος του πολλαπλασιασμού των πέντε άρτων

Προσκυνητής: Ο τόπος του πολλαπλασιασμού των πέντε άρτων:   Ἐδῶ έγινε τό θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων. Στά μέσα τοῦ 4ου αἰ. χτίστηκε ἐδῶ μονόκλιτη μικρή ἐκκλησία πού ἀντικαταστ...

ΜΗΝ ΚΡΙΝΕΤΕ!


Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

ΠΟΣΕΣ ΑΓΑΠΕΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝ

web-theologos: Ἡ Ἐσταυρωμένη ἀγάπη:  ΑΝΑΔΗΜΟΑΣΙΕΥΣΗ/ ΠΕΝΤΑΠΟΣΤΑΓΜΑ  -  Ἡ Ἐσταυρωμένη ἀγάπη : ' Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἐκδηλώνεται μὲ πολλοὺς τρόπους καὶ γι’  α...

Ημέρες του σχίσματος 1054

ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ: Ημέρες του σχίσματος 1054: Του Αναστασίου Φιλιππίδη Εκκλησιαστική Παρέμβαση , ΟΟΔΕ TO IΔΙΟ ΑΓΓΛΙΚΑ   Εικ. από εδώ Το πρωί του Σαββάτου 16 Ιουλίου ...