Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΕΧΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΕΧΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Η θέση του αγιογράφου στα Ελληνικά εικαστικά πράγμ...

(cantus firmes) ΛΙΓΔΑ : Η θέση του αγιογράφου στα Ελληνικά εικαστικά πράγμ...: Έργο του Φίκου Ενός αγιογράφου που δεν φαίνεται και τόσο...τελματωμένο όσο θα ήθελαν οι κλειδοκράτορες των εικαστικών πραγμάτων στην Ελ...

Η Ανάσταση στην ανατολική και δυτική εικόνα

 Η απεικόνιση της Ανάστασης στην ανατολική και δυτική εικόνα Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου Σύντομο σχόλιο στην εικόνα της Αναστάσεως ...

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Η Λογοτεχνία για το έπος του ΄40

από το Πεμπτουσία
28 Οκτωβρίου 2015
Τέτοιες μέρες, παραμονές της επετείου της 28ης Οκτωβρίου,  συνήθως,  στα σχολεία ασχολούμαστε με λογοτεχνικά κείμενα που αναφέρονται στα γεγονότα αυτά. Προβληματιζόμαστε για το περιεχόμενό τους,  τις ιδέες που αναπτύσσουν, για την οπτική με την οποία τα προσεγγίζουν, για την τεχνική γραφή τους,  το ύφος τους και για την διακειμενικότητά τους.
Οι έλληνες δημιουργοί εμπνεύστηκαν από το έπος του ΄40, και με βάση το βιβλίο τηςΛογοτεχνίας της Β΄ Λυκείου συναντάμε κείμενα που:
  • «δικαιολογούν» την συμμετοχή μας σ΄ αυτό το αιματοκύλισμα των λαών με την εκ βαθέων εξομολόγηση του Στέλιου Ξεφλούδα (1902 – 1984) στο «Οι άνθρωποι του μύθου», όπου τονίζει ότι η υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μας υποχρέωσε να αντισταθούμε :
lxn402
Οι άνθρωποι πηγαίνουν στη γραμμή, ο ένας πίσω απ’ τον άλλο, προς το θάνατο, κατάντησαν το μόριο της σκόνης του κάθε δρόμου. Σκοτώνουν και σκοτώνουνται χωρίς να θέλουν. Ο πόλεμος είναι ένα έγκλημα που γίνεται με ένδυμα επίσημο και μ’ όλα τα παράσημα στο στήθος. Το χρυσάφι και ο πόλεμοςο πόλεμος και το χρυσάφι αυτή είναι η ιστορία ως τώρα του κόσμου. Όμως αυτός ο πόλεμος είναι δίκαιος. Πολεμάμε για να μην υποφέρει ο άνθρωπος απ’ τον άνθρωπο, να μη σκοτώνει ο άνθρωπος τον άνθρωπο, πολεμάμε για να μην υπάρχει ο πόλεμος, να μην υπάρχει στον κόσμο κανένας φασισμός, να μην υπάρχουν δικτάτορες, να απαλλαγεί απ’ τη δικτατορία η χώρα μας. Κάνουμε το χρέος μας απέναντι στον άνθρωπο, όχι απέναντι στο Θεό. … (απόσπασμα)
Ø  Ο  Άγγελος Τερζάκης (1907-1979) στο έργο του  Ο Απρίλης αναφέρεται στον πόλεμο του ΄40 και αποκαλύπτει όλες τις «πτυχές» του Έλληνα, βοηθώντας μας να διακρίνουμε και την άλλη μας πλευρά, όχι μόνο την φωτεινή / ηρωική, αλλά και την σκοτεινή / αντιηρωική:
Ε, παιδί! Φέρε εδώ μια μερίδα λουκουμάδες, στο συνάδελφο!
— Όχι, ευχαριστώ, έφαγα, έκανε ο τραυματίας.
— Δεν πειράζει, τρως άλλη μια. Εγώ κερνάω!
Ντράπηκε κείνος ν’ αρνηθεί το κέρασμα. Κι ώσπου να ‘ρθουν οι λουκουμάδες, ο Μελετίου τον είχε καταφέρει πάλι κάτι να περιγράψει, εντυπώσεις σκόρπιες από τις μάχες.
— Φωνάζετε «αέρα» όταν ορμάτε στην επίθεση;
— Γιατί να φωνάζουμε;
— Έλληνες δεν είσαστε; Οι Έλληνες, όταν ορμούν στη μάχη, φωνάζουν «αέρα»!
— Μα… γίνεται, βλέπεις, τέτοιος σαματάς. Όλμοι, πολυβόλα, πυροβολικό… Τι να τις κάνεις τις φωνές!
— Όχι, οι Έλληνες στην επίθεση φωνάζουν «αέρα»! Είναι ωραίο!
Το φανταράκι ζάρωσε ντροπιασμένο. Αυτό δεν το είχε συλλογιστεί.
— Και η επίθεση γίνεται βέβαια εφ’ όπλου λόγχη, συνεχίζει ο Μελετίου ακατάβλητος.
— Άμα είναι ανάγκη…
— Και οι τσολιάδες, ε; Το τσαρούχι!
— Ποιο τσαρούχι;
— Των τσολιάδων, διάολε!
— Οι τσολιάδες, απάνω, δε φοράνε τσαρούχια.
— Δε φοράνε τσαρούχια;
— Όχι.
— Και γιατί δε φοράνε τσαρούχια;
— Γιατί τα τσαρούχια γλιστράνε στα βράχια. Αρβύλες φοράνε, να, σαν κι εμάς.
Καταπληχτικά πράματα. Ήρθαν οι λουκουμάδες. Σεμνός ο φανταράκος, πήρε το πιρούνι του, έκανε ν’ αρχίσει· όμως δεν τ’ αποφάσιζε. Με το κεφάλι σκυφτό, περίμενε ολοένα κάτι να τον ρωτήσουν. Ίσως και να φοβότανε πως, παρ’ όλα όσα έχει πει, δεν το ξόφλησε ακόμα το κέρασμα.
— Φάε τώρα τους λουκουμάδες σου, κάνει μεγαλόψυχα ο Μελετίου και τον αφήνει ήσυχο για λίγα λεπτά.
Πάνω όμως που ο ανώνυμος συνάδελφος κόντευε να τελειώσει τη μερίδα του, καινούρια εξόρμηση:
— Θα ξαναπάς στο μέτωπο;
— Θα ξαναπάω.
— Σ’ αρέσει;
— …
Η παρέα των γραμματισμένων γέλασε γύρω, με νοήματα σύνθετα: πονηριά, συγκινημένη συμπάθεια, απόκρυφη περηφάνια. Σε λίγες μέρες θα τραβούσανε κι αυτοί για κει πάνω, θα βαφτίζονταν στην κολυμπήθρα των ηρώων. Φρίκη γοητευτική… Κι όμως, ο Μελετίου, κάπου θα τα κατάφερνε πάλι να κολλήσει, ούτε κουβέντα! Όπως σκάλωσε στη συζυγαρχία, θα τα κατάφερνε να χωθεί και σε καμιά γωνιά ακόμη πιο προφυλαγμένη κι άνετη: βοηθός σιτιστή, συσσιτιάρχης, αποθηκάριος, οτιδήποτε. Από το στρατόπεδο της Αγίας Παρασκευής, στην Αθήνα, άλλο δεν έκανε παρά να έχει το ληστρικό μάτι ξύπνιο, το εμπορικό του δαιμόνιο άγρυπνο, ν’ αρπάξει την πρώτη ευκαιρία. Όχι πως θα δειχνότανε κατώτερος σε θάρρος από άλλους, αν το ‘φερνε η κατάρα να βρεθεί κι αυτός μια μέρα στη ζώνη της φωτιάς. Όμως, από ένα είδος ψυχόρμητο, το θαρρούσε καθήκον απέναντι στον εαυτό του, ζήτημα φιλότιμου, να εξαντλήσει πρώτα κάθε δυνατότητα διαφυγής, κάθε περιθώριο κατεργαριάς, για να ξεχωρίσει έτσι από το κοπάδι των κουτών, που πολεμάνε αδιαμαρτύρητα. Να διατρανώσει την εξυπνάδα του.
— Άλλη μια λουκουμάδες, συνάδελφε;
— Όχι, όχι! έκανε πανικόβλητος ο φανταράκος.
Σηκώθηκε ευχαριστώντας.
— Λοιπόν, καλή τύχη! τον κατευόδωσε ο Μελετίου.
Ο τραυματίας έκανε ένα αδέξιο νόημα γι’ αποχαιρετισμό. Ύστερα, τραμπαλίζοντας το σκεβρωμένο του κορμάκι, βγήκε στο δρόμο.
Ο Μελετίου τον είχε ακολουθήσει με τα μάτια ώσπου χάθηκε πέρα. Και τότε είπε στην παρέα, τεντώνοντας τα φρύδια του μ’ έμφαση:
— Λοιπόν, είδατε, βρε παιδιά, τι απλοί που είναι οι ήρωες; ούτε που τον πιάνει το μάτι σου αυτόν εδώ. Κι όμως!

  • Ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης (1900-1971) στον Τελευταίο Σταθμό μας μιλάει με «παραμύθια και παραβολές» για να μας αποκαλύψει σκληρές αλήθειες για τον πόλεμο, τον άνθρωπο, την Ελλάδα, την ιδιοτέλεια των πολιτικών και να μας επιτρέψει  στο τέλος να αισθανθούμε αισιόδοξοι  μιλώντας για τον ήρωα:
 ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη                    
 δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε…»                    95
 γιατί είναι αμίλητη και προχωράει·
 στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
 μνησιπήμων πόνος.
Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης        90
που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
 που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
 ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας· «Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε»
 Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν.
Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου 1944
(απόσπασμα)
  • Ο δεύτερος έλληνας νομπελίστας ποιητής, ο Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996), στο έργο του Άξιον Εστί και στο απόσπασμα που επιλέγεται στο σχολικό εγχειρίδιο (Τα Πάθη, άσμα η’) αναφέρεται στις άθλιες συνθήκες ζωής μετά την γερμανική εισβολή και κατοχή, τον ευτελισμό του ανθρώπου, τη θλίψη των γυναικών για τον θάνατο των ανδρών και των αγοριών τους. Τέλος, η απόγνωση γίνεται ελπίδα  με το  χέρι της αντίστασης  που θα γράψει  στους τοίχους ΨΩΜΙ και ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ…
ΓΥΡΙΣΑ τα μάτια * δάκρυα γιομάτα
            κατά το παραθύρι
Και κοιτώντας έξω * καταχιονισμένα
            τα δέντρα των κοιλάδων
Αδελφοί μου, είπα * ως κι αυτά μια μέρα
            κι αυτά θα τ’ ατιμάσουν
Προσωπιδοφόροι * μες στον άλλο αιώνα
            τις θηλιές ετοιμάζουν
Δάγκωσα τη μέρα * και δεν έσταξε ούτε
            σταγόνα πράσινο αίμα
Φώναξα στις πύλες * κι η φωνή μου πήρε
            τη θλίψη των φονιάδων
Μες στης γης το κέντρο * φάνηκε ο πυρήνας
            που όλο σκοτεινιάζει
Κι η αχτίδα του ήλιου * γίνηκεν, ιδέστε
            ο μίτος του Θανάτου!
Ω πικρές γυναίκες * με το μαύρο ρούχο
            παρθένες και μητέρες
Που σιμά στη βρύση * δίνατε να πιούνε
            στ’ αηδόνια των αγγέλων
Έλαχε να δώσει * και σε σας ο Χάρος
            τη φούχτα του γεμάτη
Μεσ’ απ’ τα πηγάδια * τις κραυγές τραβάτε
            αδικοσκοτωμένων
Τόσο δεν αγγίζουν * η φωτιά με το άχτι
            που πένεται ο λαός μου
Του Θεού το στάρι * στα ψηλά καμιόνια
            το φόρτωσαν και πάει
Μες την έρμη κι άδεια * πολιτεία μένει
            το χέρι που μονάχα
Με μπογιά θα γράψει * στους μεγάλους τοίχους
            ΨΩΜΙ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής, οι δημιουργοί, «κατέγραψαν» τα γεγονότα με αντικειμενικότητα, ειλικρίνεια, αυτοκριτική διάθεση αλλά και με αισιοδοξία για μια καλύτερη, ποιοτικότερη, ανθρωπινότερη ζωή. Την  τελευταία την απέδωσαν  αποκλειστικά στους ήρωες, στο «φαναράκι, στον Μιχάλη, στο χέρι της αντίστασης», δηλαδή στο λαό. Μπορεί κανείς να αμφιβάλει γι΄ αυτό;

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Τύρνα (το χωριό μου) και η Ρόζα Ιμβριώτη

roza
Τον Ιούνη του 1944 μου ανατέθηκε η Διεύθυνση του Φροντιστηρίου της Τύρνας. Έμεινα αποσβολωμένη. Σ” αυτό το μικρό χωριό με τους 671 κατοίκους, σε ύψος κάπου 1200μ. μέσα στην αγκαλιά του Κόζιακα έπρεπε να στήσω ένα Παιδαγωγικό Φροντιστήριο. Ούτε διδακτήριο, ούτε προσωπικό , ούτε διδαχτικό υλικό, ούτε βοηθήματα, ούτε βιβλιοθήκη, ούτε καταλύματα, ούτε…ούτε…
– Γίνεται , Συναγωνιστή, φροντιστήριο έτσι;
– Έχουμε μην ξεχνάς εμείς οι Έλληνες και το «κρυφό σχολειό». Δεν έχουμε δασκάλους, τα σχολεία μένουν κλειστά. Είναι ανάγκη να φτιάξουμε δασκάλους. Πήγαινε. Εκεί απάνω, (εννοούσε την Καστανιά) , θα βρεις τον Καραγιώργη, αυτός θα τα βολέψει όλα, λέει ο Συναγωνιστής Γραμματέας της Παιδείας Πέτρος Κόκκαλης.
Ξεκινάω. Περνώ δυο φορές ξυπόλυτη την επικίνδυνη ζώνη κοντά στην Πόρτα και βρίσκω τον Κ.Καραγιώργη κ” έπειτα το Σ.Μπαρμπουνάκη. Μένω κατάπληχτη. Τι έξαρση ήταν εκείνη, λες ακόμα και τα λόγια τους ήταν σπαθιές. Αυτοί οι άνθρωποι ατάραχοι, γαλήνιοι, καλοί καραβοκύρηδες μέσα στη φουρτούνα συγκροτούν τα ασυγκρότητα και τα βγάζουν πέρα όλα μια χαρά. Ανάταση παντού, από τον » σύνδεσμο» ως τον «καθοδηγητή» κι ο λαός από δίπλα παραστέκει. Οι δάσκαλοιόθε κι αν στρέψω έχουν γίνει μια «κατεξοχήν» δύναμη λαομορφωτική και πολιτιστική.
Περπατώ τώρα στα πόδια του Κόζιακα την πανάρχαια ρωμαϊκή οδό και γοητεύομαι. Μόνος που δεν έχει κατανόηση είναι ο «συναγωνιστής» – έτσι το λέγανε – που πρέπει να με πάει σηκωτή στην Τύρνα. Είναι ένα τρισχαριτωμένο γαϊδουράκι. Από τη στιγμή που ξεκινήσαμε έβαλε στόχο το ζεστό ψωμί στον τορβά μου. Του το δίνω, το τρώει όλο και μένουμε νηστικοί από κει και πέρα κ” οι δυό. Ύστερα από κάμποσο διάστημα αρνιέται να περπατήσει. Αναγκάζομαι να κατεβώ και να τον σέρνω από το σκοινί. Έτσι μπαίνω στην Τύρνα.
– Πώς να τα βγάλω πέρα;
Η αγωνία μου μεγαλώνει. Το χωριό είναι σχεδόν ολότελα καταστρεμμένο. Με δέχονται καμμιά τριανταριά σπουδαστές, αγόρια και κορίτσια. Αποφασίζουμε να συγκεντρωθούμε το απόγευμα κατά τις 5. Πάω να ησυχάσω. Στο μικρό δωματιάκι βρίσκω μια πολύτιμη συνεργάτισσα, τη Βάγια. Μιλήσαμε λίγο, πλύθηκα, έφαγα κ” έπεσα να ξεκουραστώ. Κατά τις 4 1/2 μ.μ. χτυπάει κάποιος την πόρτα: » Δε μπορώ να ξυπνήσω κανένα, όλα τα παιδιά κοιμούνται!». Ανασηκώνομαι ζαλισμένη .
» Βάγια σήκω». Η Βάγια κοιμάται μακάρια. Μα κ” εγώ μισοζαλισμένη πέφτω στο ντιβάνι. Ο φούρναρης γνωματεύει » Δε θα βγάλετε την ήρα από το στάρι». Τέλος στις 6μ.μ. μαζευόμαστε όλοι στο χώρο που θα τον είχαμε τραπεζαρία. Είναι ημιϋπόγειο 20Χ8 μ. Μείναμε καναδυο ώρες συζητώντας. Όταν βγήκαμε είχαμε την εντύπωση κι η Βάγια κ” εγώ ότι όλα θα πάνε καλά.
Τα παιδιά στεγάστηκαν στα διάφορα σπίτια. Το προσωπικό μαζεύτηκεε σ” ένα μικρό ωραίο σπίτι, μέσα στα έλατα, μπροστά σ” ένα θαυμάσιο φαράγγι. Όλοι γύρω μας παραστέκουν. Ο » Κίσσαβος», συνταγματάρχης του ΕΛΑΣ , δάσκαλος το επάγγελμα, όλο με παίρνει στο τηλέφωνο κι όλο ρωτάει για την υγεία μας. Μας στέλνει γιατρό. Ο Μπαρμπουνάκης, δάσκαλος κι αυτός, γίνεται ο φύλακας άγγελος του Φροντιστηρίου. Στέλνει κι όλο στέλνει από διδακτικό υλικό ως τα καλύτερα φαγώσιμα. Κι όλο μας δίνει συμβουλές.
Ο Πέτρος Κόκκαλης, καθηγητής του Πανεπιστημίου, μας κόβει συσσίτιο αξιωματικού και μας φροντίζει. Στέλνουν και περίφημους συνεργάτες. Φτάνει η Ξένη, διπλωματούχος της Σορβόννης για το μάθημα της ψυχολογίας, φτάνει ο Ν.Π. αρχαιολόγος για την ιστορία. Έρχονται οι καλύτεροι δάσκαλοι της περιφέρειας, ο Π., ο Μ. κ” η Αδαμίδου. προς το τέλος φτάνει κι ο ζωγράφος Κώστας ο Θετταλός.
Μα το καμάρι του Φροντιστηρίου είναι το ανθρώπινο υλικό, οι σπουδαστές κι οι σπουδάστριες, στην αρχή 85 και στο τέλος 107. Βλέπω γύρω μου τα νειάτα που έρχονται έπειτα από εφιαλτικά γεγονότα που γίνηκαν στην περιοχή τους , που έχουν καταματωμένα τα πόδια και αμυχές στα χέρια και στο πρόσωπο, που κρύφτηκαν σε φαράγγια και σε χαντάκια στις δημοσιές , που πέρασαν την επικίνδυνη ζώνη που τη θερίζουν οι Γερμανοί, που γλύτωσαν από αλλεπάλληλα μπλόκα ως να φτάσουν στην Τύρνα περπατώντας 10 και 15 μέρες. βλέπω αυτά τα νειάτα να με κοιτάζουν με φρέσκια και παληκαρίσια ματιά, γεμάτα εμπιστοσύνη .
Όλοι και όλες είναι τελειόφοιτοι του Γυμνασίου ή σπουδαστές της Παιδαγωγικ’ής Ακαδημίας, είναι προπάντων , κι αυτό το λένε με περηφάνεια , ΕΠΟΝΙΤΕΣ!
Το Φροντιστήριο λειτουργούσε στο μονοτάξιο Δημοτικό Σχολείο της Τύρνας. Ο ντόπιος δάσκαλος στην αρχή ήταν δύσπιστος, έπειτα γίνηκε φανατικός οπαδός μας και μας βοήθησε πολύ ως το τέλος.
Το πρόγραμμα μας καταρτίστηκε έτσι:
Το πρωί από τις 7 1/2 – 1μ.μ κάναμε τα θεωρητικά μαθήματα.
Ρ. Ιμβριώτη: Παιδαγωγικά: Βάσεις για μια δημοκρατική παιδεία. Οργάνωση της Παιδείας. Περισχολικά ιδρύματα. Σχολείο Αναλφαβήτων – Επιμόρφωση. Αγωγή του πολίτη (Σκίτσο μιας δημοκρατικής αγωγής). Ο Δάσκαλος. Διοίκηση της Παιδείας.
Ξένη: Ψυχολογία του παιδιού και Πειραματική Ψυχολογία. Τεστ , επαγγελματικός προσανατολισμός. Ασκήσεις.
Ο φιλόλογος Ν.Π.: Ελληνική Ιστορία, Ιστορία Νέων Χρόνων και κυρίως η ελληνική Επανάσταση και το νόημά της.
Γίνονται ομιλίες και συζητήσεις με τους ξένους επισκέπτες 12- 1μ.μ.κάθε μέρα.
Το απόγευμα 4μ.μ. – 7μ.μ. λειτουργούσε το Δημοτικό Σχολείο. Οι Δάσκαλοι μοιράστηκαν τις τάξεις και εφάρμοζαν το «σχολείο εργασίας». Ανάλαβαν και τους αναλφάβητους και τα νήπια με τις οδηγίες μας.
Στις 7 1/2 μ.μ. Συσσίτιο – Συζητήσεις και Ψυχαγωγία.
Μετά το Συσσίτιο ήταν η ώρα της ξεκούρασης και της περισυλλογής. Αρχίζαμε με κάποιο σκετς ή κάποια τραγούδια. Έπειτα διαβάζαμε τις ανακοινώσεις της Π.Ε.Ε.Α, ακούγαμε αφηγήσεις από τη ζωή των παιδιών στον απελευθερωτικό αγώνα, συχνά γινόταν ομιλίες από περαστικούς. Μιλούσαμε οι καθηγητές. Εγώ μίλησα για τον Παλαμά , η Ξένη για τον επαγγελματικό προσανατολισμό, ο Π. » για την περιοχή του Πηλίου», ο Κ. Θετταλός για την «Τέχνη» , ο Σαράτσης ο γιατρός «για την υγιεινή»κ.λ.π.
Γίνεται πραγματικά τα βράδυα αυτά κάτω από τις δυο λυχνίες κέντρο εκπολιτιστικό το Φροντιστήριο. Σιγά – σιγά προβάλλλουν οι μορφές των χωρικών στα παράθυρα και στις πόρτες. Έπειτα αρχίζουν να συζητούν και στο τέλος ο γεροντώτερος μας μιλεί για τα «λαϊκά δικαστήρια». Σ’ένα απ” αυτά είναι δικαστής. Το Φροντιστήριο κάνει εκδρομές και συχνά μιλούμε , το προσωπικό, πάνω στα προβλήματα του χωριού.
Αλλά το Φροντιστήριο είχε και τις επίσημες ώρες του.
Την πρώτη Κυριακή από τη λειτουργία του γίνηκαν τα εγκαίνια. Μαζεύτηκαν από τα γύρω χωριά κάπου 1500 άτομα, άντρες, γυναίκες και παιδιά, με τα φαγιά τους. Πήρε τη μορφή πανηγυριού. μίλησα πρώτη εγώ για το σκοπό του Φροντιστηρίου και την αποστολή του Δασκάλου. Θυμάμαι πως κατάληξα περίπου έτσι:
» Η αποστολή του Δασκάλου είναι να φτιάξει ανθρώπους , μα για να φτιάξουμε ανθρώπους, πρέπει πρώτα εμείς να γίνουμε άνθρωποι . Δεν μπορούμε να μείνουμε έξω από τους αγώνες του λαού , να μην κάνουμε δήθεν πολιτική. Γιατί τότε κάνουμε πολιτική αντίθετη από τα συμφέροντα του λαού. Εμείς θα φτιάξουμε ανθρώπους συνειδητούς και ελεύθερους . Χρέος μας είναι να σταθούμε πλάγι στο λαό μας και στην ανάγκη να τον οδηγήσουμε».
Έδωκαν τον όρκο τα παιδιά κ” έπειτα μιλεί ο καπετάνιος της Ι Μεραρχίας του ΕΛΑΣ. Γίνηκε πανζουρλισμός. Μιλεί για τον ΕΛΑΣ και τους σκοπούς του. » Έφτασε , λέει , η ώρα της απελευθέρωσης. Χαιρετίστε τις σημαίες μας. Ο κατακτητής ψυχορραγεί. Ετοιμαστήτε για τα νέα σας καθήκοντα. Με σας πρωτοπορία θα φτιάξουμε μιαν ευτυχισμένη Ελλάδα». Το πανηγύρι κράτησε ως τη νύχτα.
Δεύτερη επίσημη μέρα για το Φροντιστήριο ήταν η είδηση πως θα περάσει ο δοξασμένος στρατηγός Στέφανος Σαράφης. Τον δέχτηκε το Φροντιστήριο κι ο λαός με λουλούδια και τραγούδια
«…Βροντάει ο Όλυμπος …» .Στέκεται συγκινημένος ο Στρατηγός . Έπειτα ακουμπάει το ένα του πόδι σε μια καρέκλα του καφενείου και μιλάει. Θυμάμαι μόνο το τέλος:
» Τιμημένα μου παιδιά! Όσοι έπεσαν για το λαό, για την Πατρίδα, αιώνια θα ζήσουν. Οι άλλοι όσοι μείναμε , εμπρός για τη λαϊκή δημοκρατία, εμπρός να γίνουμε δημιουργοί μιας νέας Ελλάδας».
Η τρίτη επίσημη μέρα ήταν όταν έφθασε πάνω σε μια μοτοσυκλέττα ο Κ. Καραγιώργης . Τελείωνε το Φροντιστήριο κ” ήρθε και παρακολούθησε τα τελευταία μαθήματα. Μίλησε κάπου 1 1/2 ώρα:
» Ευχαριστώ , είπε, για όσα το Φροντιστήριό σας πέτυχε. Ο Θεσσαλικός λαός εχτίμησε τη δουλειά σας . Η Π.Ε.Ε.Α. στέλνει στον καθένα σας διορισμό στην περιοχή σας. Περιμένουμε να βοηθήσετε την ενότητα του λαού, να ενισχύσετε την απελευθερωτική ορμή του, να του σταθείτε να εξασφαλίσει μιαν ελεύθερη ζωή. Σταθείτε στο πλευρό του.»
Τελείωσε το Φροντιστήριο. Τα τελευταία μου λόγια ήταν :
» Σας θαυμάζω, σας καμαρώνω και σας καλοτυχίζω παιδιά της Ελλάδας. Με σας είμαι σίγουρη πως θα δημιουργήσουμε μιαν Ελλάδα λεύτερη, χαρούμενη, δημοκρατική».
Ήταν στιγμές ανάτασης και πεποίθησης για την Νίκη, Το Φροντιστήριο μετά δίμηνη λειτουργία διαλύθηκε, όμως ο σπόρος που έρριξε βλάστησε. Βλέπω πότε -πότε τους παλιούς μαθητές , άντρες τώρα, γεμάτους προκοπή μα και προσμονή , πότε ο λαός θα δει τις θυσίες του να καταξιώνονται.
Ρόζα Ιμβριώτη
Το κείμενο της Ρόζας Ιμβριώτη βρίσκεται στην Επιθεώρηση Τέχνης του Μαρτίου – Απριλίου 1962, τεύχος 87-88, αφιέρωμα στην Αντίσταση

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Νιπτήρας σε ανθίβολο του 16ου αιώνα -- Κειμήλιο της Ιεράς Μονής Διονυσίου του Αγίου Όρους

Ο Νιπτήρας σε ανθίβολο του 16ου αιώνα -- Κειμήλιο της Ιεράς Μονής Διονυσίου του Αγίου Όρους

Το ανθίβολο ή αθίβολο είναι ένα ζωγραφικό σχέδιο με διάτρητα περιγράμματα που χρησιμοποιούσαν οι Βυζαντινοί ζωγράφοι για να αποτυπώσουν το σχέδιο στην επιφάνεια που ήθελαν να ζωγραφίσουν. Eπάνω στο ανθίβολο έριχναν καρβουνόσκονη, η οποία περνούσε μέσα από τις τρύπες και έτσι αποτυπωνόταν το σχέδιο του Αγίου. Στη συνέχεια χάρασσαν το σχέδιο με ένα αιχμηρό εργαλείο ώστε να φαίνεται καλύτερα

O Xριστός στέκεται αριστερά, έχοντας υψωμένο το δεξί χέρι σε διδασκαλία και στηρίζοντας το αριστερό στο χείλος της κολυμβήθρας. Eίναι ζωσμένος το λέντιον κατά την περιγραφή του Eυαγγελίου (Iωάννης 13:4) και γέρνει το σώμα του ελαφρά μπροστά λυγίζοντας το αριστερό του πόδι. Mπροστά από τον Kύριο κάθεται σε έδρανο ο Πέτρος έχοντας γυμνώσει τα πόδια του μέχρι τα γόνατα -το ένα μέσα στο νερό και το άλλο έξω- και φέρνοντας το δεξί του χέρι στο κεφάλι. Oι λοιποί μαθητές απεικονίζονται πίσω από τον Πέτρο σε έναν όμιλο εκτός από τον Iούδα που κάθεται χωριστά μπροστά, από το έδρανο, συνομιλώντας με τον διάβολο.